ομόθριξ


ομόθριξ
ὁμόθριξ, -τριχος, ὁ, ἡ (Α)
αυτός που έχει όμοιες τρίχες με άλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + θρίξ, τριχός (πρβλ. καλό-θριξ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὁμότριχας — ὅμοθριξ with the same sort of hair masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμότριχες — ὅμοθριξ with the same sort of hair masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομ(ο)- — [ΑΜ ὁμ(ο) ] α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. ὁμός και δηλώνει ότι: α) κάτι γίνεται μαζί, ταυτοχρόνως με κάτι άλλο (πρβλ. ομο βλαστώ, ομο βροντία, ομό δουπος, ομό ζευκτος, ομο θαμνώ) β) το δηλούμενο …   Dictionary of Greek

  • ομότριχος — ὁμότριχος, ον (Α) ομόθριξ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + τριχος (< θρίξ, τριχός), πρβλ. μικρό τριχος] …   Dictionary of Greek

  • όθριξ — ὄθριξ, τριχος, ό, ἡ (Α) (ποιητ. τ. αντί τού ὁμόθριξ) αυτός που έχει όμοιες τρίχες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀ * (Ι) + θρίξ, τριχός] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.